ὀρέγομαι

ὀρέγομαι (τινός) 1. тянуться к кому или чему; 2. стремиться к чему, желать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὀρέγομαι" в других словарях:

  • ορέγομαι — και ρέγομαι ορέχτηκα και ρέχτηκα, επιθυμώ, ποθώ, λαχταρώ: Ρέχτηκα να φάω σταφύλι. – Χρόνια την ορέγομαι και τη λαχταρώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ορέγομαι — ορέγομαι, ορέχτηκα βλ. πίν. 22 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ορέγομαι — (ΑΜ ὀρέγω, ὀρέγομαι) επιθυμώ πολύ, ποθώ, λαχταρώ (α. «κι όσοι ορεγόνταν γράμματα και μάθηση και γνώση», Ζέρβ. β. «εἰς τόπον ὅπου ὀρέγεσαι νὰ ἐσμίξετε οἱ δύο», Χρον. Μορ. γ. «καὶ ὀρέγηται τοιοῡτος γενέσθαι», Πλάτ.) αρχ. 1. ενεργ. ὀρέγω α) εκτείνω …   Dictionary of Greek

  • ὀρέγομαι — ὀρέγω reach pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λειχουδεύομαι — ορέγομαι ένα φαγητό, λιγουρεύομαι 2. (σχετικά με γυναίκα) ποθώ ερωτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < λειχούδης + κατάλ. εύομαι με επίδραση αποθ. ρημάτων, όπως λιγουρεύομαι, (ο)ρέγομαι] …   Dictionary of Greek

  • ρέγομαι — Ν ορέγομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ορέγομαι, με σίγηση του αρκτικού ο ] …   Dictionary of Greek

  • ANOREXIE — Étymologiquement, le terme «anorexie» signifie «absence d’appétit », mais on entend en réalité par là le comportement qui consiste à se restreindre en fait de nourriture. C’est un symptôme banal résultant de causes somatiques ou psychologiques… …   Encyclopédie Universelle

  • επιθυμώ — (AM ἐπιθυμῶ, έω) έχω την επιθυμία, ορέγομαι να αποκτήσω ή να κάνω κάτι, θέλω νεοελλ. έχω την αξίωση, δίνω την εντολή, απαιτώ μσν. νεοελλ. ποθώ ερωτικά μσν. 1. εύχομαι να γίνει κάτι 2. μού αρέσει κάτι 3. στερούμαι κάτι 4. εποφθαλμιώ κάτι 5. (η μτχ …   Dictionary of Greek

  • κνηστιώ — κνηστιῶ, άω (Α) 1. κνησιώ* 2. μτφ. ορέγομαι, ποθώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού κνησιῶ* κατά τα εφετικά σε τιῶ] …   Dictionary of Greek

  • λιμουριάζω — (M) 1. πεινώ πολύ, πεθαίνω τής πείνας 2. επιθυμώ κάτι πολύ, ορέγομαι κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιωμ. λ. λιμούρα < λιμός + κατάλ. ούρα (πρβλ. λιγ ούρα, χασ ούρα)] …   Dictionary of Greek

  • λιξεύω — και λιξεύγω (Μ λιξεύω και λιξεύγω) [λίξης] ορέγομαι, επιθυμώ πολύ, λιχουδεύω …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.